Μια σύντομη αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος
Έχοντας πλέον στα χέρια μας τα επίσημα αποτελέσματα των χθεσινών βουλευτικών εκλογών (ποσοστό ενσωμάτωσης 99,98 %), συνειδητοποιούμε πως οι δήθεν αντιπρόσωποι της ελληνικής κοινωνίας , εκπροσωπούν στην πραγματικότητα το 51,46% του εκλογικού σώματος, ενώ το πρώτο κόμμα το οποίο κατέχει παραπάνω από το 1/3 των κοινοβουλευτικών εδρών (108) στηρίχτηκε μόλις από το 11.98% των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους.
Το ποσοστό της αποχής (34,91 %) ήταν το ιστορικά μεγαλύτερο – γεγονός που επιδέχεται διάφορες αναλύσεις και το οποίο είναι αποτέλεσμα πολλών παραμέτρων. Σε κάθε περίπτωση, το τεράστιο (για τα ελληνικά δεδομένα) ποσοστό της αποχής, αναπόφευκτα πρέπει να συνδεθεί με τα πάσης φύσεως ελαττώματα του αντιπροσωπευτικού συστήματος, είτε αυτά σχετίζονται με τον πολιτικό πυρήνα του όπως συμβαίνει κυρίως (π.χ. εκλογική απεργία, παθητική έκφραση δυσαρέσκειας, απάθεια – διαστάσεις που είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους), είτε με τις κοινωνικές ή ακόμα και γραφειοκρατικού τύπου παθογένειές του (αδυναμία μετακίνησης ετεροδημοτών λόγω οικονομικής δυσπραγίας, σφάλματα στους εκλογικούς καταλόγους, προσωπικά κωλύματα σε συνδυασμό με την ανυπαρξία δυνατότητας επιστολικής ή ηλεκτρονικής ψήφου κλπ.). Το αντιπροσωπευτικό σύστημα δεν είναι τίποτα άλλο από μια μέθοδος υφαρπαγής της κοινωνικής συναίνεσης ή ανοχής και το πολιτειακό σύστημα της κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας» αντλεί την ηθική και πραγματική νομιμοποίησή του από μια καλοστημένη μηχανή εξαπάτησης ή/και διαστρέβλωσης της κοινωνικής βούλησης (αρκεί κανείς να δει τους πολυσύνθετους και παράλογους εκλογικούς νόμους ή την εσωκομματική έλλειψη δημοκρατίας – φαινόμενα που υπάρχουν σε όλες ανεξαιρέτως τις, επί της ουσίας, Κοινοβουλευτικές Ολιγαρχίες).
Αλλά ακόμα και με κοινοβουλευτικούς όρους, το πρώτο κόμμα, που συγκέντρωσε ποσοστό 18,85 % (κάνοντας την ιστορικά χαμηλότερη ποσοστιαία επίδοσή του), δεν νομιμοποιείται πολιτικά (και εν τοις πράγμασι, ούτε νομικά) να επιβάλει τους όρους του στο πολιτικό παιχνίδι. Ν.Δ. και ΠΑ.ΣΟ.Κ. (το οποίο επίσης είχε την ιστορικά χαμηλότερη ποσοστιαία επίδοσή του -13,18 % – ακόμα και σε σχέση με τις εκλογές του 1974 όταν συγκέντρωσε το 13,58 %), δηλαδή τα δύο κόμματα που μεταπολιτευτικά νέμονται την εξουσία και τις ζωές μας, τα δύο χέρια των κυρίαρχων ελίτ, φαίνεται πως διαλύονται σαν κομματικοί μηχανισμοί, πως κόπηκαν. Το αν, ποιος/ποιοι, πότε και πώς θα πάρουν τη θέση τους είναι κάτι που είναι πολύ νωρίς να προβλεφθεί και που, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται από εμάς, από την κοινωνία την ίδια.